ελεγκτήρας

Όργανο μέτρησης που στη μηχανουργική τεχνολογία χρησιμεύει για τον γρήγορο έλεγχο των διαστάσεων των κατεργάσιμων τεμαχίων. Οι ε. έχουν διάφορες μορφές, ανάλογα με τα τεμάχια που προορίζονται να μετρήσουν. Διακρίνονται σε σταθερούς (για τον έλεγχο μόνο μίας προκαθορισμένης διάστασης) ή μεταβλητούς (για ελέγχους σε ένα προκαθορισμένο πεδίο μετρήσεων). Οι πρώτοι μπορεί να έχουν σχήμα δακτυλίων, μικρών κυλίνδρων ή δικράνου, για να ελέγχουν κυλινδρικά τεμάχια, τρήματα και μικρά μήκη. Οι δεύτεροι, συχνά εφοδιασμένοι με βερνιέρο, διαθέτουν δρομέα για την εκτίμηση κλασμάτων της μονάδας μέτρησης, δηλαδή αποτελούνται από έναν βαθμονομημένο κανόνα, το ένα άκρο του οποίου καταλήγει σε κάθετο, σταθερό ράμφος, ενώ ένα δεύτερο κινητό ράμφος (ο δρομέας) μπορεί να γλιστρά κατά μήκος του κανόνα, ώστε να ενώνεται με το σταθερό· ένας δείκτης επιτρέπει να μετράται στον βαθμονομημένο κανόνα η απόσταση ανάμεσα στα δύο ράμφη. Ο ε. Πάλμερ, κατάλληλος για τις μετρήσεις, για παράδειγμα, διαμέτρων πολύ λεπτών συρμάτων, χρησιμοποιεί μια διάταξη με μικρομετρικό κοχλία γνωστού βήματος, η μετατόπιση του οποίου μπορεί να εκτιμηθεί από την περιστροφή ενός τυμπάνου προσαρμοσμένου στην κεφαλή του. Το όργανο αυτό είναι πολύ ευαίσθητο και πρέπει να χρησιμοποιείται με ιδιαίτερη προσοχή, ώστε να μην προκύπτει λανθασμένη μέτρηση (π.χ. από μια υπερβολική πίεση στον μικρομετρικό κοχλία). Ένας άλλος τύπος ε. αποτελείται από ένα σύνολο πλακιδίων ή δίσκων, με πάχη καθορισμένα με μεγάλη ακρίβεια. Αυτά συνδυάζονται πάντοτε μεταξύ τους ωσότου επιτευχθεί το επιθυμητό μήκος. Ελεγκτήρες μεταβλητού τύπου· αριστερά, ελεγκτήρας με δρομέα (παχύμετρο)· δεξιά, Πάλμερ.
* * *
ο (Α ἐλεγκτήρ)
νεοελλ.
όργανο με το οποίο ελέγχεται η καλή λειτουργία τών μηχανημάτων
αρχ.
αυτός που ανακαλύπτει κάποιο παράπτωμα ή κάποιον παραβάτη τού νόμου ύστερα από έλεγχο ή έρευνα.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Πάλμερ, κοχλίας του- ή ελεγκτήρας του Πάλμερ — Μικρομετρικό όργανο χρησιμοποιούμενο για τη μέτρηση παχών. Η ακίδα Α (βλ. εικόνα) είναι σταθερή· στον κοχλιωτό θάλαμο Θ στρέφεται ο κοχλίας Κ, ο οποίος καταλήγει στην κυλινδρική ακίδα Β και εξωτερικά στην πυξίδα Π. Επί του Θ είναι χαραγμένη η… …   Dictionary of Greek

  • μικρόμετρο — Ονομασία δύο οργάνων με διαφορετικά χαρακτηριστικά (οπτικό μ. και τεχνικό μ.), τα οποία χρησιμοποιούνται για τη μέτρηση ακόμα και πολύ μικρών μηκών με μεγάλη ακρίβεια. Το τεχνικό μ. (ελεγκτήρας, πάλμερ, κοχλίας), χρησιμοποιείται πολύ στα… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.